Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Μεγαλύτερος ο εγκέφαλος των κοινωνικών ατόμων

Η απόκτηση κοινωνικού δικτύου δεν ωφελεί μόνο την συναισθηματική μας ζωή αλλά και ασκεί επιδράσεις και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου μας, "καλωδιώνοντάς" τον με πιο πολύπλοκο τρόπο, όπως μας πληροφορεί το παρακάτω άρθρο

Όσο περισσότερους φίλους έχει κάποιος, τόσο «μεγαλύτερο» εγκέφαλο διαθέτει, υποστηρίζει νέα βρετανική μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, περίπου έξι εγκεφαλικές περιοχές των κοινωνικών ατόμων εμφανίζονται μεγαλύτερες σε μέγεθος και καλύτερα «καλωδιωμένες» συγκριτικά με εκείνες πιο μοναχικών τύπων.
Ο φλοιός του πρόσθιου προσαγωγίου, κατά τους ειδικούς, εμφανίζεται ιδιαίτερα... ενισχυμένος στα κοινωνικά άτομα, καθώς πρόκειται για την περιοχή η οποία – μεταξύ άλλων – σχετίζεται με το να είμαστε ενήμεροι σχετικά με το τι κάνουν οι γύρω μας. Ακόμα, οι συνάψεις που συνδέουν τη συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου με μια άλλη, που σχετίζεται με το πώς αισθάνονται οι γύρω μας, είναι ιδιαίτερα ισχυρές στα κοινωνικά άτομα σε σχέση με τα πιο ακοινώνητα.
Η μελέτη
Στη μελέτη των ειδικών έλαβαν μέρος 18 άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι κλήθηκαν να δηλώσουν πόσους φίλους τους συνάντησαν, σε πόσους μίλησαν στο τηλέφωνο ή μέσω email, μέσα στον τελευταίο μήνα.
Ο μέσος αριθμός που δηλώσαν οι περισσότεροι ήταν 20 φίλοι, ωστόσο υπήρχαν και περιπτώσεις που ανέφεραν 40 φίλους.
«Στα πιο κοινωνικά άτομα, τα συγκεκριμένα επικοινωνιακά “μονοπάτια” ενδεχομένως να μοιάζουν περισσότερο με λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας, παρά με επαρχιακούς χωματόδρομους, γεγονός που κάνει τη διαδικασία της επεξεργασίας της πληροφορίας πιο αποδοτική» εξηγεί η ερευνήτρια δρ ΜέριΑν Νούναν.  
Προηγούμενη μελέτη που διεξήχθη και πάλι από ειδικούς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, είχε δείξει ότι η διατήρηση φιλικών σχέσεων με τους γύρω μας, απαιτεί περισσότερη εγκεφαλική ενέργεια.
Επιπλέον, είχε φανεί ότι τα άτομα που διαθέτουν περισσότερες πραγματικές - και όχι διαδικτυακές - φιλίες, τείνουν να έχουν πιο ενισχυμένες ικανότητες σε ό,τι αφορά την κατανόηση των σκέψεων και των συναισθημάτων των φίλων τους.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Η στεναχώρια εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα

Γνωρίζουμε εμπειρικά ότι η στενοχώρια μπορεί να μας "ρίξει", να προκαλέσει διάφορα προβλήματα υγείας και να κάνει κάποιον πιο επιρρεπή σε διάφορες δυσκολίες. Η παρακάτω έρευνα που αναφέρει το ακόλουθο άρθρο μας ενημερώνει για τα πιο πρόσφατα ευρήματα σχετικά με την επίδραση της συναισθηματικής αναστάτωσης στην υγεία μας:

Βρετανοί επιστήμονες ανακάλυψαν πως μια μεγάλη στεναχώρια επηρεάζει τόσο πολύ τον οργανισμό, ώστε εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα, παρέχοντας έτσι την ευκαιρία σε επικίνδυνα μικρόβια να του επιτεθούν.  Το εύρημα αυτό εξηγεί περιπτώσεις ανθρώπων που αρρωσταίνουν βαριά ή και πεθαίνουν ακόμα όταν χάνουν τον/την σύντροφο της ζωής τους. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στην περίπτωση του διάσημου μουσικού Τζόνι Κας, ο οποίος πέθανε το 2003 από επιπλοκές του διαβήτη. Ο Κας είχε χάσει τέσσερις μήνες νωρίτερα τη σύζυγό του Τζουν και οι συγγενείς του είχαν πει τότε ότι ο 71 ετών συνθέτης και τραγουδιστής δεν άντεξε τον θάνατό της.

Τα ουδετερόφιλα

Ανοσολόγοι από το Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ ανακάλυψαν ότι τα αυξημένα επίπεδα στρες και κατάθλιψης που προκαλεί η μεγάλη στεναχώρια, μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία ενός είδους λευκών αιμοσφαιρίων, τα οποία λέγονται ουδετερόφιλα. Τα ουδετερόφιλα, που ανήκουν στο ανοσοποιητικό σύστημα, είναι υπεύθυνα για την καταπολέμηση βακτηριακών λοιμώξεων, όπως η πνευμονία.
Οι επιπτώσεις της στεναχώριας σε αυτά είναι πιο έντονες στους μεγάλης ηλικίας ανθρώπους. Και αυτό, διότι μετά τα 65 ο ανθρώπινος οργανισμός χάνει την ικανότητα να παράγει μία ορμόνη η οποία μπορεί να εξουδετερώσει αυτή την αρνητική επίδραση.
«Υπάρχουν πολλές περιγραφές ζευγαριών που ήταν παντρεμένα επί 30 ή 40 χρόνια και όταν πέθανε ο ένας, ο άλλος τον “ακολούθησε” πολύ σύντομα. Ως φαίνεται, υπάρχει βιολογική βάση σε τέτοιου είδους περιστατικά», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Τζάνετ Λορντ, καθηγήτρια Βιολογίας των Ανοσοκυττάρων και διευθύντρια στο Κέντρο Έρευνας της Υγιούς Γήρανσης του πανεπιστημίου.
«Οι άνθρωποι αυτοί δεν πεθαίνουν από το σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς, αλλά από “διαλυμένο” ανοσοποιητικό σύστημα, που επιτρέπει την εκδήλωση πάρα πολύ σοβαρών λοιμώξεων».

Κορτιζόλη και DHEA

Τα ευρήματα βασίζονται σε αναλύσεις του ανοσοποιητικού συστήματος και των ορμονικών επιπέδων 48 υγιών εθελοντών ηλικίας 65 ετών και πάνω. Οι μισοί από αυτούς είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο μέσα στο τελευταίο 12μηνο.
Η αντιβακτηριακή δράση των ουδετερόφιλων στους εθελοντές που πενθούσαν βρέθηκε σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με αυτήν στους υπόλοιπους εθελοντές.
Επιπλέον, όσοι πενθούσαν είχαν και σημαντικά αυξημένα επίπεδα της ορμόνης του στρες, της κορτιζόλης, η οποία είναι γνωστό ότι καταστέλλει τη δραστηριότητα των ουδετερόφιλων.
Τη δράση αυτή της κορτιζόλης καταστέλλει μία άλλη ορμόνη, η DHEA– και η αλληλεπίδραση των δύο ορμονών είναι που επιτρέπει στο ανοσοποιητικό σύστημα να λειτουργεί φυσιολογικά, ακόμα και σε περιόδους πένθους. Ωστόσο, η παραγωγή της DHEA μειώνεται με την ηλικία. «Ένα άτομο ηλικίας 70 ετών, παράγει το 10-20% της ποσότητας της DHEA που παράγει ένας 30άρης», εξήγησε η δρ Λορντ. «Η έλλειψή της DHEA όμως δίνει την ευκαιρία στην κορτιζόλη να εξουδετερώσει τα ουδετερόφιλα κύτταρα, με συνέπεια να αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνη η μεγάλη στεναχώρια για τους ηλικιωμένους».
Η ίδια ερευνητική ομάδα έχει ανακαλύψει ότι την ίδια ορμονική διαταραχή προκαλεί στους ηλικιωμένους και το κάταγμα του ισχίου, γεγονός που εξηγεί γιατί το περίπου 25% των ατόμων ηλικίας άνω των 80 ετών που παθαίνουν αυτό το κάταγμα, χάνουν μέσα σε ένα χρόνο τη ζωή τους.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Κατάθλιψη στον τέταρτο χρόνο της μητρότητας

Το παρακάτω άρθρο μας ενημερώνει για ενδιαφέροντα ευρήματα μιας έρευνας από την Αυστραλία σχετικά με τον επιπολασμό της κατάθλιψης στις μητέρες. Φαίνεται ότι αυτή είναι συχνότερη σε μητέρες παιδιών 4 ετών παρά στις μητέρες βρεφών:

Η κατάθλιψη είναι πιο συχνή στις νέες μαμάδες όταν το παιδί τους φτάσει την ηλικία των 4 ετών και όχι κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη γέννηση, όπως πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Αυτό υποστηρίζει έρευνα που διενεργήθηκε από αυστραλούς επιστήμονες.
Οι ερευνητές βρήκαν ότι σχεδόν μια στις τρεις νέες μαμάδες αναφέρει καταθλιπτικά συμπτώματα, τουλάχιστον μια φορά στο χρονικό διάστημα από τη γέννα μέχρι τα 4 έτη του παιδιού.
Το 23% των μαμάδων με ένα μόνο παιδί δήλωσαν ότι παρουσίασαν καταθλιπτικά συμπτώματα 4 χρόνια μετά τη γέννα, ενώ το ποσοστό μειωνόταν στο 11% για τις μαμάδες με 2 ή περισσότερα παιδιά.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο BJOG (Journal of Obstetrics and Gynaecology).
Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι Οδηγίες σχετικά με την ψυχική υγεία που ισχύουν αυτή τη στιγμή στη Βρετανία και στην Αυστραλία εστιάζουν στην εγκυμοσύνη και στους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερες από τις μισές γυναίκες που υποφέρουν από κατάθλιψη τα πρώτα χρόνια της μητρότητας.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από 1.507 νέες μητέρες, οι οποίες γέννησαν σε 6 νοσοκομεία της Μελβούρνης στην Αυστραλία.
Οι συμμετέχουσες στην έρευνα, συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια στους 3, στους 6 και στους 18 μήνες μετά τον τοκετό και κατόπιν στα 4 χρόνια του παιδιού.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ψυχοθεραπεία εναντίον σχιζοφρένειας

Πολλές ψυχικές παθήσεις έχουν χαρακτηριστεί ως "βιολογικές" και άρα αντιμετωπίσιμες μόνο με τη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων. ΈΡευνες όπως η παρακάτω που μας αναφέρει το άρθρο αυτό δίνουν διαφορετικά στοιχεία:

Η ψυχοθεραπεία αποδεικνύεται εξίσου αποτελεσματική με την φαρμακευτική αγωγή στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας, αποφαίνονται βρετανοί ερευνητές σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «The Lancet».
Ομάδα ειδικών, με επικεφαλής τον δρ Άντονι Μόρισον από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, υπέβαλαν για 18 μήνες 74 ασθενείς με σχιζοφρένεια σε γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η τακτική αυτή αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Συγκεκριμένα, η ψυχοθεραπεία ήταν αποτελεσματική για το 46% των ασθενών, ποσοστό σχεδόν ίδιο με αυτό των ατόμων που είχαν θετική ανταπόκριση στα ψυχοφάρμακα.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι, μέχρι σήμερα ένα μικρό ποσοστό ασθενών με σχιζοφρένεια ή παρεμφερή πάθηση υποβάλλεται σε ψυχοθεραπεία, καθώς οι γιατροί προτείνουν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τη θεραπεία με φάρμακα.

Ωστόσο, τα αντιψυχωσικά σκευάσματα δεν είναι αποτελεσματικά σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ μακροπρόθεσμα μπορούν να επιφέρουν και παρενέργειες, όπως εμφάνιση διαβήτη τύπου ΙΙ, μυϊκούς σπασμούς, κίνδυνο εμφράγματος και αύξηση του σωματικού βάρους.

Εξάλλουν, πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι, τουλάχιστον οι μισοί ασθενείς με σχιζοφρένεια, καταλήγουν να μην παίρνουν τα φάρμακά τους, επειδή δεν είναι αποτελεσματικά. Οι βρετανοί ερευνητές πιστεύουν λοιπόν ότι, η γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία θα μπορούσε να βοηθήσει κυρίως αυτούς τους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην φαρμακευτική αγωγή.

«Θαυματουργές» συνεδρίες
Η γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία απομονώνει επιμέρους προβλήματα του ασθενούς, όπως τις παρανοϊκές σκέψεις και την ακραία αντικοινωνικότητα, προσπαθώντας να τα εξαλείψει με το να ωθήσει στον ασθενή να υιοθετήσει νέες νοητικές στάσεις και συμπεριφορές.

«Παρατηρήσαμε ότι η γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία όντως μειώνει τα συμπτώματα και επίσης βελτιώνει την προσωπική και κοινωνική λειτουργία του ασθενούς. Αποδείξαμε πολύ πειστικά ότι είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία», τονίζει ο δρ Μόρισον υπογραμμίζοντας όμως πως, παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, «αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια μπορούν ή θα έπρεπε να σταματήσουν την φαρμακευτική τους αγωγή».

Ο καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Νιούκασλ, Ντάγκλας Τέρκινγκτον, που συμμετείχε στην έρευνα προσθετει ότι «ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματά μας ήταν ότι όταν τους δίνεται η δυνατότητα επιλογής, οι περισσότεροι ασθενείς συμφωνούν να δοκιμάσουν τη γνωσιακή θεραπεία».

Όπως εξηγεί ο δρ Τέρκινγκτον, η καλύτερη θεραπεία για ένα ασθενή με σχιζοφρένεια είναι τελικά ο συνδυασμός φαρμάκων και γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας. Όμως, τονίζει ότι, ενώ σχεδόν σε κάθε ασθενή προσφέρονται φάρμακα, σε ελάχιστους δίνεται η επιλογή της ψυχοθεραπείας.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, ο καθηγητής Ρόμπιν Μάρεϊ του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του Βασιλικού Κολεγίου του Λονδίνου επισημαίνει ότι «σε πολλούς ασθενείς δεν αρέσει να παίρνουν αντιψυχωτικά φάρμακα σε βάθος χρόνου, πράγμα όχι παράξενο, καθώς αυτά έχουν σημαντικές παρενέργειες. Οπότε τι γίνεται με τους ασθενείς που συνεχίζουν να έχουν ψυχωτικά συμπτώματα, αλλά δεν θέλουν να πάρουν αντιψυχωτικά φάρμακα; Μέχρι τώρα, αυτό που συνήθως γινόταν, ήταν να τους λέμε πόσο ανόητη είναι αυτή η άρνησή τους. Όμως η νέα μελέτη δείχνει ότι μπορεί να υπάρχει μια καλύτερη επιλογή και ότι η γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία είναι καλύτερη από το να αφήνει κανείς τους ασθενείς στην τύχη τους».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, από σχιζοφρένεια πάσχει περίπου το 1% του πληθυσμού παγκοσμίως, που εμφανίζει συμπτώματα όπως ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, παράνοια, συναισθηματικές διαταραχές, αδυναμία κοινωνικοποίησης και σοβαρή δυσκολία εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων.

Οι ασθενείς έχουν στην διάθεσή τους περίπου 20 αντιψυχωτικά φάρμακα (όπως ρισπεριδόνη, αλοπεριδόλη, κλοζαπίνη κ.α.), που συχνά είναι αποτελεσματικά στην πρόσκαιρη μείωση των συμπτωμάτων.

Η γνωσιακή - συμπεριφορική θεραπεία μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται με αρκετά αποτελεσματικό τρόπο κατά της κατάθλιψης, της αγχώδους διαταραχής και άλλων ψυχικών - νοητικών προβλημάτων. Ορισμένοι ψυχίατροι και ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να αξιοποιηθεί και στην περίπτωση της σχιζοφρένειας, κάτι που έρχεται να επιβεβαιώσει η νέα βρετανική έρευνα. Όμως, δεν δείχνουν όλοι οι ψυχίατροι έτοιμοι να αποδεχτούν ότι μια ψυχοθεραπευτική τεχνική μπορεί να έχει συγκρίσιμα αποτελέσματα με τα φάρμακα για τη σχιζοφρένεια.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Τα παραμύθια «θρέφουν» τα παιδιά


Φαίνεται ότι η συχνή ομιλία των γονιών και η ανάγνωση ιστοριών πριν από τον ύπνο ενισχύει την κατανόηση της γλώσσας. Αυτά και πολλά άλλα ενδιαφέροντα μας λέει το εξής άρθρο
 
 Μακροπρόθεσμα οφέλη φαίνεται πως έχει η συχνή ομιλία των γονιών στα «βλαστάρια» τους όπως επίσης και η σύντομη αλλά συχνή ανάγνωση παραμυθιών, υποστηρίζουν αμερικανοί επιστήμονες.
Ερευνητές από το Πανεπιστημίο Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια, αναφέρουν ότι, πέραν της συχνής ομιλίας,  η 10λεπτη ανάγνωση μιας ιστοριούλας πριν από τον ύπνο, θα μπορούσε να ενισχύσει τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών, οδηγώντας σε καλύτερους βαθμούς στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο και μακροπρόθεσμα σε μια καλή θέση εργασίας και σε έναν ευτυχισμένο γάμο.
Οι ειδικοί  υποστηρίζουν ότι η παρακολούθηση τηλεόρασης δεν προσφέρει κάτι στα μικρά παιδιά, ως προς την καλλιέργεια και την κατανόηση της γλώσσας. Αντίθετα, τα βιβλία χάρη στην πλούσια γλώσσα που περιέχουν φαίνεται να εξάπτουν την φαντασία των παιδιών, ενώ παράλληλα ενεργοποιούν τη μνήμη τους με τρόπο ώστε να είναι σε θέση να ακολουθούν την πλοκή της ιστορίας.
«Η επίδραση της ομιλίας στα μικρά παιδιά είναι τόσο σημαντική που θα πρέπει να θεωρείται ισάξια με εκείνη της διατροφής» αναφέρει χαρακτηριστικά η ψυχολόγος δρ Αν Φέρναλντ.
«Οι γονείς που επιθυμούν λοιπόν το παιδί τους να πάει καλά στο σχολείο, καλά θα κάνουν να του μιλάνε πολύ όταν είναι μικρό. Η ευθύνη μας απέναντι στο παιδί μας είναι να το ταΐζουμε και να φροντίζουμε να είναι καθαρό και ασφαλές. Νομίζω ότι πλέον υπάρχουν αρκετές επιστημονικές αποδείξεις που υποδεικνύουν ότι στη λίστα θα πρέπει να προστεθεί ακόμα κάτι: η εκμάθηση από τη βρεφική ηλικία. Πολύ προτού το παιδί αρχίσει να μιλάει, “ρουφάει” πληροφορίες σχετικές με τη γλώσσα» τονίζει η ειδικός.
Προφορικά ερεθίσματα «χτίζουν» αστραπιαία αντίληψη
Μέσα από μια σειρά μελετών σε μωρά, οι αμερικανοί επιστήμονες εντόπισαν μεγάλη διαφορά ως προς την ταχύτητα επεξεργασίας της γλώσσας ανάμεσα σε παιδιά των οποίων οι γονείς τούς μιλούσαν πολύ από νωρίς και σε άλλα που δεν είχαν τα ίδια προφορικά ερεθίσματα από τόσο μικρή ηλικία.
Η ταχύτητα ως προς την επεξεργασία της γλώσσας, κατά τους επιστήμονες, είναι πολύ σημαντική καθώς ενισχύει την αντίληψη και επιτρέπει στον εγκέφαλο να περνάει στην επόμενη λέξη ή στα επόμενα ερεθίσματα που ακολουθούν.
«Ουσιαστικά είναι σαν να χτίζει κανείς έναν εγκέφαλο ο οποίος δημιουργεί έννοιες, εικόνες και σκέψεις οι οποίες έχουν παρέλθει αλλά και άλλες που πρόκειται να ακολουθήσουν» λέει η δρ Φέρναλντ.


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ανοσία στις διαφημίσεις λόγω… ποπκόρν

Το μάρκετινγκ έχει χρησιμοποιήσει την ψυχολογία σε μεγάλο βαθμό, για να κατανοήσει πώς αυξάνεται η καταναλωτική συμπεριφορά. Ας δούμε μια ενδιαφέρουσα έρευνα σχετικά με την επίδραση της κατανάλωσης ποπ κορν στην παρακολούθηση διαφημίσεων!
 
Συνώνυμο της κινηματογραφικής απόλαυσης, το ποπκόρν φαίνεται ότι μας χαρίζει και ανοσία στον «βομβαρδισμό» διαφημιστικών μηνυμάτων στον οποίο ακούσια υποβαλλόμαστε εντός της αίθουσας προβολής. Τα ενδιαφέροντα ευρήματα έρχονται από γερμανούς ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Κολονίας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ένας αποτελεσματικός τρόπος για να θυμόμαστε προϊόντα που βλέπουμε σε μια διαφήμιση είναι επαναλαμβάνοντας την ονομασία τους από μέσα μας. «Χαλάστρα» στη συγκεκριμένη διαδικασία ωστόσο φαίνεται ότι κάνει το μασούλημα του τραγανού ποπκόρν. Οπως είδαν οι ειδικοί, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι διαφημίσεις που παρακολουθούμε την ώρα που τρώμε ποπκόρν απλά δεν μας «κολλάνε».

Τα πρόσφατα ευρήματα των γερμανών επιστημόνων, τα οποία παρουσιάστηκαν στο επιστημονικό έντυπο «Journal of Consumer Psychology», έρχονται σε αντίθεση με εκείνα προηγούμενων μελετών που υποστήριζαν ότι η διαδικασία της μάσησης ενισχύει τη μνήμη. Μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ πάλι είχε δείξει ότι η ικανότητα της ανάκλησης μιας συγκεκριμένης λίστας λέξεων παρεμποδιζόταν σε περίπτωση που οι εθελοντές μασούσαν τσίκλα τη συγκεκριμένη στιγμή.

Το μασούλημα «διακόπτει» τη διαφήμιση
Με σκοπό τη διερεύνηση της επίδρασης του ποπκόρν στη μνήμη μας, οι γερμανοί επιστήμονες ζήτησαν από 96 άτομα να παρακολουθήσουν μια ταινία σε κινηματογραφική αίθουσα, η προβολή της οποίας ξεκίνησε με τον γνωστό «βομβαρδισμό» διαφημίσεων.

Στους μισούς από τους συμμετέχοντες προσφέρθηκαν ποπκόρν, ενώ στους υπολοίπους δόθηκε ένας μικρός κύβος ζάχαρης. Στην αρχή της προβολής οι διαφημίσεις αφορούσαν άγνωστα προϊόντα για τους γερμανούς εθελοντές.

Μία εβδομάδα αργότερα οι συμμετέχοντες κλήθηκαν στο εργαστήριο από τους ειδικούς για να αξιολογήσουν μια σειρά καταναλωτικά προϊόντα, κάποια από τα οποία είχαν διαφημιστεί τη βραδιά της κινηματογραφικής προβολής.

Η ομάδα της ζάχαρης έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα προϊόντα για τα οποία είχε παρακολουθήσει το διαφημιστικό σποτ εντός του σινεμά. Αντίθετα, η ομάδα του ποπκόρν δεν είχε παρόμοια συμπεριφορά.

Επιπλέον ευρήματα
Σε μια δεύτερη μελέτη οι ερευνητές προέβαλλαν διαφημιστικά σποτ σε 188 εθελοντές σε παρόμοιες συνθήκες και στη συνέχεια τους έδωσαν χρήματα για να προχωρήσουν σε δωρεές.

Και σε αυτή την περίπτωση όσοι είχαν καταναλώσει το κυβάκι της ζάχαρης έτειναν να προσφέρουν περισσότερα χρήματα σε ιδρύματα των οποίων τα διαφημιστικά σποτ είχαν παρακολουθήσει στο σινεμά συγκριτικά με τους υπολοίπους που έτρωγαν ποπκόρν.

«Οπως είδαμε, η μηχανική διαδικασία της κατανάλωσης ποπκόρν στο σινεμά χάριζε στους εθελοντές "ανοσία" στην επίδραση της διαφήμισης» εξηγεί η δρ Σάσα Τοπολίνκσι, μία εκ των ερευνητών.

Γενικά στην περίπτωση νέων προϊόντων «η συχνή επανάληψη των διαφημιστικών τους σποτ έχει σημασία για τη δημιουργία του λεγόμενου brand name τους στην αγορά» τονίζει η ειδικός και προσθέτει: «Θυμηθείτε πώς είχε αντιδράσει αρχικά ο κόσμος στα ονόματα Yahoo, Google και Wikipedia. Πλέον έχουν αποτυπωθεί στον εγκέφαλό μας».

Την ώρα που οι ειδικοί όμως θα πρότειναν, βάσει των ευρημάτων τους, την απόσυρση της τραγανής λιχουδιάς από το σινεμά με στόχο την ενίσχυση της αγοράς, το σίγουρο είναι ότι κάτι τέτοιο δεν θα έβρισκε σύμφωνους και τους ιδιοκτήτες των κινηματογραφικών αιθουσών - πόσω μάλλον τους σινεφίλ...

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ψυχικές παθήσεις κόβουν δεκαετίες ζωής

Δυστυχώς ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων μειώνει το προσδόκιμο ζωής σε ασθενείς με σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Ας δούμε το σχετικό άρθρο:

Κατά δέκα ως είκοσι χρόνια μειώνουν το προσδόκιμο ζωής οι σοβαρές ψυχικές παθήσεις, όπως η σχιζοφρένεια, η διπολική διαταραχή και η κατάθλιψη, σύμφωνα με βρετανική μετα-ανάλυση που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο World Psychiatry.

Μεγαλύτερη επίπτωση από το κάπνισμα

Οι ερευνητές του Τμήματος Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον δρα Σίνα Φέιζελ, υποστηρίζουν μάλιστα ότι οι ψυχικές παθήσεις έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στο προσδόκιμο ζωής από το κάπνισμα και καλούν τους φορείς υγείας να σχεδιάσουν αποτελεσματικές πολιτικές αντιμετώπισης των νοσημάτων αυτών.

Ο δρ Φέιζελ και οι συνεργάτες του μελέτησαν 20 ήδη δημοσιευμένες έρευνες, οι οποίες αφορούσαν συνολικά περσσότερα από 1,7 εκατομμύρια άτομα. Όλες εστίαζαν στη σχέση του κινδύνου θανάτου με διάφορους παράγοντες, όπως οι ψυχικές διαταραχές, η κατάχρηση αλκοόλ, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, η άνοια, ο αυτισμός, οι μαθησιακές δυσκολίες και οι διαταραχές της παιδικής συμπεριφοράς.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, η διπολική διαταραχή συνεπάγεται μείωση του προσδόκιμου ζωής κατά εννέα ως είκοσι χρόνια, η σχιζοφρένια, δέκα ως είκοσι χρόνια και η σοβαρή κατάθλιψη, επτά ως έντεκα χρόνια, ενώ η κατάχρηση ουσιών, εννέα ως 24 χρόνια. Το κάπνισμα (πάνω από 20 τσιγάρα ημερησίως) μειώνει το προσδόκιμο ζωής κατά οκτώ ως δέκα χρόνια, κατά μέσο όρο.

Ενας στους τέσσερις θα εμφανίσει ψυχική διαταραχή

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, περίπου ένα στα τέσσερα άτομα θα εκδηλώσει κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια φάση της ζωής του, ενώ αρκετοί από τους πρόωρους θανάτους αποδίδονται στην αυτοκτονία. Για το λόγο αυτό σημειώνουν ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων, αφού μάλιστα η επίπτωσή τους στην υγεία του γενικού πληθυσμού είναι μεγαλύτερη απ' αυτή του καπνίσματος.

Σύμφωνα με τον δρα Φέιζελ, επειδή εξακολουθεί να υπάρχει ο διαχωρισμός μεταξύ των οργανικών (σωματικών) παθήσεων και των ψυχικών, με το κοινωνικό στίγμα που συνεπάγονται οι τελευταίες, οι ψυχικά πάσχοντες δεν τυγχάνουν κατάλληλης θεραπείας, επειδή δεν αναζητούν εγκαίρως βοήθεια ή φοβούνται το κονωνικό στίγμα.

«Όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχουν αποτελεσματικές φαρμακευτικές και ψυχολογικές θεραπείες για τα προβλήματα ψυχικής υγείας», σημειώνει ο δρ Φέιζελ.