Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Επιδράσεις της Barbie στα κορίτσια

Τα παιχνίδια με τα οποία παίζουν τα παιδιά αποτελούν σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση ή την υπονόμευση της ψυχικής τους υγείας. Πολλές είναι οι έρευνες που έχουν μελετήσει τις επιδράσεις διάφορων τύπων παιχνιδιών στη συναισθηματική κατάσταση των παιδιών. Το παρακάτων άρθρο μας ενημερώνει για κάποιες έρευνες που ασχολήθηκαν με τις επιπτώσεις που έχει η Μπάρμπι στην αυτοεικόνα και τις επαγγελματικές επιλογές των κοριτσιών:

Ισως η Μπάρμπι να μπορεί να «γίνει τα πάντα» όπως προτείνει το αμερικανικό διαφημιστικό σλόγκαν της κούκλας, όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει και για τα κορίτσια που παίζουν μαζί της. Μία έρευνα ψυχολόγων από το πανεπιστήμιο του Ορεγκον και το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Κρουζ, προτείνει ότι το παιχνίδι με την Μπάρμπι περιορίζει τις επιλογές καριέρας που ένα κορίτσι πιστεύει ότι έχει.
«Σκεφτήκαμε ότι η Μπάρμπι, ως μία κούκλα με έντονα σεξουαλικά χαρακτηριστικά, όπως το αφύσικο, σεξουαλικό σώμα της, την ενήλικη εμφάνισή της και την ιστορία του ενήλικα που κουβαλάει, θα μπορούσε να έχει κάποιο αντίκτυπο στις επιλογές καριέρας των κοριτσιών», λέει στην «Κ» η Ορόρα Σέρμαν, καθηγήτρια ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Ορεγκον και επικεφαλής της παραπάνω έρευνας. «Παλιότερες έρευνες μας είχαν υποψιάσει, γιατί έδειχναν ότι η επαφή με αντικείμενα με σεξουαλικά χαρακτηριστικά έχει ως αποτέλεσμα τη χαμηλότερη ακαδημαϊκή πρόοδο και την ανάπτυξη χαμηλότερης εκτίμησης κάποιου για το σώμα του», προσθέτει.

Το φαινόμενο Μπάρμπι
«Φτιαγμένη από γυναίκα, η Μπάρμπι διαφημίστηκε ως το έφηβο μοντέλο που καθησύχασε τις μητέρες, περνώντας το μήνυμα ότι θα διδάξει τα κορίτσια την καθωσπρέπει εικόνα», γράφει σε σχόλιό της στους New York Times η Ρόμπιν Γκέρμπερ, συγγραφέας του βιβλίου «Barbie and Ruth», στο οποίο διηγείται πώς οι δύο αυτές γυναίκες, η κούκλα και η δημιουργός της, άλλαξαν για πάντα την αμερικανική αγορά και τον πολιτισμό.

Η Μπάρμπι, χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τη γερμανική κούκλα «Bild Lilli», έκανε την εμφάνισή της στην αμερικανική αγορά στα τέλη της δεκατίας του ’50. «H Bild Lilli βασίστηκε σε ένα σεξουαλικά ελευθεριάζοντα χαρακτήρα κόμικ και λειτούργησε ως ανδρικό σεξουαλικό παιχνίδι», γράφει η Γκέρμπερ.

Παρά τον πρότερο βίο της η Μπάρμπι μέσα σε λίγα χρόνια κατέκλυσε την παγκόσμια αγορά παιχνιδιών, έχοντας 150 διαφορετικά επαγγέλματα στο βιογραφικό της. Και ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να γίνεται συζήτηση και να υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με τα μηνύματα που περνούν τέτοιες κούκλες στα παιδιά, οι πωλήσεις δεν φαίνεται να επηρεάζονται. Σήμερα, πωλούνται παγκοσμίως δύο με τρεις κούκλες το δευτερόλεπτο, ενώ έρευνες δείχνουν ότι το 99% των παιδιών στις ΗΠΑ έχουν στην κατοχή τους τουλάχιστον δύο Μπάρμπι.

Το αφύσικο σώμα της
Από τις πρώτες έρευνες που έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου ήταν μία αγγλική έρευνα του 2006 από τις Χέλγκα Ντίτμαρ και Σούζαν Ιβ από το πανεπιστήμιο του Σάσεξ και της Εμα Χάλιγουελ από το πανεπιστήμιο της Δυτικής Αγγλίας.

Στην έρευνα αυτή, στην οποία συμμετείχαν κορίτσια ηλικίας 5-8 ετών, φάνηκε ότι τα παιδιά που διάβασαν μία ιστορία εικονογραφημένη με φωτογραφίες της Μπάρμπι, δήλωναν λιγότερο ικανοποιημένα με το σώμα τους, σε σύγκριση με τα κορίτσια που διάβασαν την ίδια ιστορία χωρίς εικόνες. «Τα κορίτσια που έρχονται σε επαφή με την Μπάρμπι σε νεαρή ηλικία, είναι πιθανό να αναπτύξουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και εντονότερη επιθυμία για ένα πιο αδύνατο σώμα», αναφέρει η συγκεκριμένη έρευνα.

Επίσης, η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία σημειώνει ότι οι κοινωνικές πιέσεις που συνδέονται με την εμφάνιση -ειδικά την αδύνατη και σέξι εμφάνιση- μπορούν να οδηγήσουν σε κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση και διατροφικές διαταραχές, με όλα αυτά να επηρεάζουν αρνητικά τις επιλογές των κοριτσιών στο παρόν και στο μέλλον.

Παλαιότερη έρευνα του πανεπιστημίου Γέιλ υπολόγισε ότι για να αποκτήσει η μέση Αμερικανίδα το σωματότυπο της Μπάρμπι, πρέπει να είναι κατά 60 εκατοστά ψηλότερη, να έχει κατά 7,6 εκατοστά μακρύτερο λαιμό, 10 εκατοστά μεγαλύτερη περιφέρεια στήθους και 15 εκατοστά λεπτότερη μέση. Αλλη έρευνα του Κεντρικού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Φινλανδίας υπολόγισε ότι αν η Μπάρμπι ήταν γυναίκα θα είχε 17 με 22% λιγότερο σωματικό λίπος από αυτό που απαιτείται για να έχει εμμηνόρροια.

Σεξιστικά στερεότυπα και επιλογές καριέρας
H αυτο-αντικειμενοποίηση, δηλαδή η μεγάλη προσοχή στην εξωτερική εμφάνιση, εις βάρος των ικανοτήτων ή των συναισθημάτων, σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία, έχει επίσης συσχετιστεί με ανεπαρκή απόδοση σε εργασίες με νοητικές απαιτήσεις. Αντίστοιχα, «θελήσαμε να διερευνήσουμε αν το παιχνίδι με την κούκλα Μπάρμπι ανοίγει ή κλείνει τους επαγγελματικούς ορίζοντες των κοριτσιών», λέει η δρ Σέρμαν, η οποία μαζί με τη συνάδελφό της Εϊλίν Ζούρμπριγκεν, καθηγήτρια στο τμήμα Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στη Σάντα Κρουζ, διεξήγαν μία πειραματική έρευνα που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάρτιο στο επιστημονικό περιοδικό Sex Roles.

Στο πείραμά τους, στο οποίο συμμετείχαν 37 κορίτσια ηλικίας 4-7 ετών από μία περιοχή της βορειοδυτικής ακτής των ΗΠΑ, ζητήθηκε από τις συμμετέχουσες να παίξουν με μία κούκλα για πέντε λεπτά και στη συνέχεια να απαντήσουν σε δύο ερωτήσεις. Στο κάθε κορίτσι δόθηκε τυχαία μία κούκλα, είτε η Μοδάτη Μπάρμπι, είτε η Μπάρμπι Γιατρός, είτε η Κυρία Πατάτα, χωρίς το παιδί να γνωρίζει για την ύπαρξη των υπόλοιπων παιχνιδιών.

«Η Κυρία Πατάτα επιλέχθηκε επειδή έχει κάποια κοινά με την Μπάρμπι χωρίς όμως να διαθέτει σεξουαλικά χαρακτηριστικά. Είναι φτιαγμένη από το ίδιο πλαστικό υλικό, είναι επίσης μία κούκλα θηλυκού γένους, έχει περίπου το ίδιο ύψος -προφανώς έχει διαφορετικό σχήμα- και βάρος. Τέλος, το είδος του παιχνιδιού στο οποίο μπορεί ένα παιδί να εμπλακεί με την Κυρία Πατάτα, δεν είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό της Μπάρμπι, αλλά χαρακτηρίζονται από κοινές θεματολογίες», λέει η δρ Σέρμαν.

Μετά το παιχνίδι, οι ερευνητές έδειξαν στα παιδιά έντεκα φωτογραφίες χώρων εργασίας, στις οποίες δεν απεικονίζονταν άνθρωποι, και ζητήθηκε από τα κορίτσια να απαντήσουν στην ερώτηση «Θα μπορούσες εσύ να κάνεις αυτή τη δουλειά όταν μεγαλώσεις;» και «Θα μπορούσε ένα αγόρι να κάνει αυτή τη δουλειά όταν μεγαλώσει;».

Οι φωτογραφίες απεικόνιζαν πέντε χώρους εργασίας, οι οποίοι σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας Εργασίας των ΗΠΑ, είναι ανδροκρατούμενοι (όπου εργάζεται ο γιατρός, ο πιλότος, ο αστυνομικός, ο οικοδόμος και ο πυροσβέστης), πέντε οι οποίοι είναι γυναικοκρατούμενοι (όπου εργάζεται ο δάσκαλος, ο βιβλιοθηκάριος, ο νοσηλευτής, ο αεροσυνοδός και ο νηπιαγωγός) και έναν ουδέτερο (όπου εργάζεται ο σερβιτόρος).

Οι διαφορές στις απαντήσεις ήταν σοκαριστικές. «Αυτό που παρατηρήσαμε ήταν ότι ενώ τα κορίτσια που έπαιξαν με την Κυρία Πατάτα, έδιναν τόσο στον εαυτό τους όσο και στα αγόρια τον ίδιο αριθμό μελλοντικών επαγγελματικών επιλογών, τα κορίτσια που έπαιξαν με την Μπάρμπι έδιναν πολύ λιγότερες επιλογές καριέρας στον εαυτό τους από ό,τι τα αγόρια», λέει η δρ Σέρμαν. Προς έκπληξη των ερευνητών, είτε τα κορίτσια έπαιξαν με τη Μοδάτη Μπάρμπι, είτε με την Μπάρμπι Γιατρό, δεν έκανε καμία διαφορά στις σχεδόν 25% λιγότερες επιλογές καριέρας που έδιναν στον εαυτό τους σε σύγκριση με τα αγόρια, αποκλείοντας από τη λίστα των επιλογών τους όχι μόνο ανδροκρατούμενα, αλλά και γυναικοκρατούμενα επαγγέλματα.

«Τα παιδιά μαθαίνουν από κάθε τι με το οποίο έρχονται σε επαφή. Είναι πολύ σημαντικό να αναλογιστούμε τι είδους παιχνίδια βρίσκονται στη διάθεσή τους», λέει η δρ Σέρμαν, η οποία σε καμία περίπτωση δεν προτείνει την απαγόρευση, αλλά την ποικιλία παιχνιδιών. «Συχνά παγιδευόμαστε στην ιδέα ότι το παιχνίδι είναι ξεχωριστό από τη μάθηση, όμως δεν είναι».

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Γιατι μας "κολλάνε" μελωδίες;

Την απάντηση σε ένα ερώτημα που έχουμε όλοι σκεφτεί δίνει μια έρευνα:

Γιατί κάποιες μελωδίες «κολλάνε» στο μυαλό μου για πολλές ημέρες μετά μία συναυλία;
Μία ενδιαφέρουσα μελωδία, είτε κλασικής είτε ποπ μουσικής, είναι ευρέως γνωστό ότι «κολλάει» στο μυαλό, με αποτέλεσμα το χαρακτηριστικό αυτό να το έχουν εκμεταλλευθεί οι διαφημιστές, ενώ παράλληλα έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να διευκρινιστεί τι είναι αυτό που κάνει μία μελωδία να «μας κολλάει». Παρ’ όλα αυτά μια μελωδία που δεν εγκαταλείπει το μυαλό μας μπορεί να μετατραπεί από ευχάριστο αναμνηστικό σε βάρος, για λόγους που δεν είναι πλήρως κατανοητοί.

Τα διανοητικά μονοπάτια της μουσικής είναι περίπλοκα και συχνά δεν περιλαμβάνουν μόνο περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με την ακοή, αλλά και με την όραση. Πρόσφατη έρευνα προτείνει ότι η μουσική αντίληψη συνδέεται με πρωτόγονα μέρη του εγκεφάλου και ότι μπορεί να επηρεάσει τα συναισθήματα.

Παρ’ όλα αυτά, ο μηχανισμός μέσω του οποίου μία μελωδία καταλήγει να κυριεύσει το μυαλό μας είναι αδιευκρίνιστος. Το 2001, σε έρευνα του James Kellaris, από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι των ΗΠΑ και εξειδίκευση στην ψυχολογία του καταναλωτή, ανακάλυψε ότι η μουσική που χαρακτηρίζεται από απλότητα, επαναλήψεις και δεν συνάδει με τις προσδοκίες των ακροατών είναι πιο πιθανό να «τους κολλήσει». Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στο 98% των ανθρώπων που θα εκτεθούν σε μια τέτοιου είδους μουσική, θα τους «κολλήσει», ενώ ορισμένοι, όπως οι μουσικοί, οι γυναίκες και οι πιο ανήσυχοι, είναι πιο επιρρεπείς από τους υπολοίπους. Οι αιτίες μπορεί να είναι από ψυχολογικές μέχρι φυσικές και να συνδέονται με ηχητικές συχνότητες που αντηχούν στο σώμα.

Επειτα από επιπλέον έρευνα, ο δρ Kellaris πιστεύει ότι ένας τρόπος να ξεριζώσεις μία μελωδία από το μυαλό σου είναι να την τραγουδήσεις δυνατά

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Πιο κοντά στην κατάθλιψη οι τελειομανείς μαμάδες

Το παρακάτω άρθρο αναφέρεται στο πώς η συμπεριφορά των μητέρων που είναι τελειομανείς μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη, καθώς ανησυχούν υπερβολικά για την εντύπωση που θα προκαλέσουν στους άλλους για την ποιότητα της μητρότητας που προσφέρουν.

Οι μητέρες που νιώθουν ότι πιέζονται προκειμένου να σταματήσουν το κλάμα του μωρού τους ή την γκρίνια του νηπίου τους, συνήθως υποβάλλουν τον εαυτό τους σε αδικαιολόγητο στρες, με αποτέλεσμα να είναι επιρρεπείς σε προβλήματα που σχετίζονται με την ψυχική τους υγεία.

Έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Michigan αποκάλυψε ότι ορισμένες μητέρες ανησυχούν υπερβολικά για το τι πιστεύουν οι άλλοι άνθρωποι σχετικά με τις ικανότητές τους ως μαμάδες και το αίσθημα αυτό συνδέεται με την εμφάνιση κατάθλιψης.

Οι ερευνητές ζήτησαν από 113 γυναίκες να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την κατάθλιψη και με το πόσο ικανοποιημένες ένιωθαν με τον ρόλο τους ως μητέρες. Τις ρώτησαν επίσης αν συμφωνούν ή διαφωνούν με δηλώσεις, όπως:

«Πρέπει να κάνω εγώ η ίδια τα πάντα για το παιδί μου», «Οι άλλες μαμάδες αντιμετωπίζουν λιγότερες δυσκολίες από μένα στην καθημερινότητά τους», «Νιώθω ενοχές όταν βάζω τις δικές μου ανάγκες πάνω από τις ανάγκες του μωρού μου».


Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι οι γυναίκες που ανησυχούσαν περισσότερο για το αν οι άλλοι τις θεωρούν καλές μητέρες, είχαν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν κατάθλιψη.


Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Περιοχή της "διαίσθησης" στον εγκέφαλο

Μια καινούρια έρευνα Βρετανών επιστημόνων εντόπισε μια περιοχή στον εγκέφαλο που σχετίζεται με αυτό που αποκαλούμε "διαίσθηση". Δεν πρόκειται βέβαια για μελέτη μεταφυσική και παραψυχολογίας, αλλά για την εξέταση περιοχών του εγκεφάλου και των νευροδιαβιβαστών που ρυθμίζουν τα κίνητρα και τη διάθεση, όπως αυτά λειτουργούν με βάση την εκμάθηση από παρελθοντικές εμπειρίες. Το σχετικό άρθρο μας πληροφορεί σχετικά:

Βρετανοί επιστήμονες βρήκαν μια μικρή και εξελικτικά αρχαία περιοχή στον εγκέφαλο, όχι μεγαλύτερη από μισό μπιζέλι, που «πυροδοτεί» το ενστικτώδες αίσθημα σε έναν άνθρωπο ότι κάτι κακό πρόκειται να του συμβεί. Η περιοχή, την οποία οι νευροεπιστήμονες αποκαλούν ηνία, πιστεύεται ότι παίζει ρόλο-κλειδί στον τρόπο που οι άνθρωποι προβλέπουν τις άσχημες εμπειρίες και μαθαίνουν από αυτές για να μην τους ξανασυμβούν. Όμως, έπειτα από ένα σημείο, αυτή η θετική όψη του νομίσματος μπορεί να μετατραπεί σε αρνητική.
Όσο πιο πιθανό θεωρεί κάποιος ότι θα συμβεί κάτι που φοβάται (άσχετα από το αν όντως συμβεί), τόσο περισσότερο η ηνία ενεργοποιείται. Οι επιστήμονες υποπτεύονται ότι όταν η εν λόγω εγκεφαλική περιοχή υπεραντιδρά, τότε ο άνθρωπος τείνει να κατακλύζεται από έλλειψη κινήτρων και απαισιοδοξία, εστιάζοντας κατά προτίμηση στα αρνητικά πράγματα παρά στα θετικά, γεγονός που διευκολύνει την εμφάνιση κατάθλιψης. Αν αυτό όντως συμβαίνει -κάτι που ήδη ερευνάται- τότε μπορεί να βρεθεί μια νέα θεραπευτική οδός για την κατάθλιψη.
Προηγούμενα πειράματα με ζώα είχαν δείξει ότι η ηνία ενεργοποιείται, όταν δυσάρεστα συμβάντα συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν, ενώ έχει επίσης διαπιστωθεί ότι καταστέλλει τη δράση της ντοπαμίνης, μιας ουσίας που παίζει ζωτικό ρόλο για την ομαλή λειτουργία του εγκεφάλου και του ψυχισμού. Όμως έως σήμερα είχε αποδειχτεί δύσκολη η μελέτη στους ανθρώπους αυτής της περιοχής, που έχει διάμετρο μικρότερη των τριών χιλιοστών.
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Γνωσιακής Νευροεπιστήμης του University College του Λονδίνου, με επικεφαλής τον δρα Τζόναθαν Ρόιζερ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), σύμφωνα με το BBC, κατάφεραν για πρώτη φορά να «φωτίσουν» τη λειτουργία της συγκεκριμένης νευρωνικής δομής σε 23 εθελοντές, που υποβλήθηκαν σε λειτουργική μαγνητική εγκεφαλική απεικόνιση (fMRI).
Οι εθελοντές παρακολούθησαν μια σειρά από εικόνες και, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, μερικές εικόνες συνοδεύονταν από τιμωρία (ήπιο ηλεκτροσόκ), άλλες από ανταμοιβή (χρήματα) και οι υπόλοιπες από τίποτε από τα δύο. Αφού οι συμμετέχοντες στο πείραμα είχαν πια μάθει να συσχετίζουν μια εικόνα με ένα μελλοντικό αρνητικό, θετικό ή ουδέτερο ερέθισμα, διαπιστώθηκε ότι κάθε φορά που έβλεπαν την εικόνα που είχε συνδεθεί με το επερχόμενο ηλεκτροσόκ, «άναβε» η περιοχή της ηνίας στον εγκέφαλό τους.
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η εν λόγω περιοχή εξελίχτηκε για να βοηθά τα ζώα -και τους ανθρώπους- να μαθαίνουν από τις άσχημες εμπειρίες τους, έτσι ώστε να τις αποφεύγουν έγκαιρα στο μέλλον. Όμως αυτή η αντίδραση, αν είναι υπερβολική, μπορεί να γυρίσει «μπούμερανγκ» και να δημιουργεί υπερβολική ανησυχία, απαισιοδοξία και τελικά κατάθλιψη. Στο μέλλον, η κατάλληλη «χειραγώγηση» της εν λόγω περιοχής, φαρμακευτικά ή με άλλο τρόπο, μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει την όρεξη;

Μια αμερικανική έρευνα εντόπισε σε πειραματόζωα κέντρο του εγκεφάλου το οποίο φαίνεται να συνδέεται με την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση της όρεξης. Σημαντικό εύρημα που ενδέχεται να μπορεί να εφαρμοστεί και για την αντιμετώπιση προβλημάτων του ανθρώπου, όπως είναι η παχυσαρκία. Ας δούμε το σχετικό άρθρο:

Αμερικανοί επιστήμονες ανακάλυψαν μια περιοχή του εγκεφάλου, η οποία, αν διεγερθεί κατάλληλα, «κόβει με το μαχαίρι» την όρεξη των ζώων.
Η ομάδα αυτή των νευρώνων (εγκεφαλικών κυττάρων) φαίνεται να λειτουργεί σαν ένας κεντρικός «διακόπτης» για την όρεξη, φρενάροντας απότομα την επιθυμία για τροφή, όταν «ανάψει».

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι στο μέλλον η ανακάλυψή τους θα βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για την παχυσαρκία, αλλά και για την ανορεξία.

Οι ερευνητές του Τμήματος Βιολογίας και Βιολογικής Μηχανικής του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνια (Caltech), με επικεφαλής τον καθηγητή Ντέηβιντ Άντερσον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Nature Neuroscience», σύμφωνα με το BBC, πραγματοποίησαν πειράματα με ποντίκια.

Χρησιμοποιώντας δέσμες φωτός λέιζερ, ενεργοποίησαν τη συγκεκριμένη μικρή εγκεφαλική περιοχή και διαπίστωσαν ότι επήλθε πλήρης και απότομη διακοπή στην κατανάλωσης τροφής από τα πειραματόζωα.

«Ήταν απίστευτα εκπληκτικό. Ήταν σαν να πατάς ένα διακόπτη και αμέσως αυτό να εμποδίζει τα ζώα να τρώνε» δήλωσε ο Ντέηβιντ Άντερσον.

«Αυτά τα κύτταρα αποτελούν το πρώτο καλά προσδιορισμένο εγκεφαλικό κέντρο που αναστέλλει την κατανάλωση τροφής.

Είναι πιθανό ότι παρόμοια κύτταρα υπάρχουν και στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αν αυτό αποδειχτεί αλήθεια και διαπιστωθεί ότι όντως είναι δυνατό να εμποδίσουμε τους ανθρώπους να τρώνε, τότε μπορεί μια ημέρα να βρούμε τρόπους, ώστε να αναπτύξουμε θεραπείες για πολλές διαφορετικές διαταραχές της διατροφής» πρόσθεσε.

Το επόμενο βήμα για τους επιστήμονες θα είναι να μελετήσουν πώς αυτή η κομβική ομάδα νευρώνων, η οποία βρίσκεται βαθιά «θαμμένη» στην αμυγδαλή του εγκεφάλου (περιοχή που επίσης ρυθμίζει τον φόβο και άλλα συναισθήματα), αλληλεπιδρά με άλλα ήδη γνωστά νευρικά κέντρα στον εγκέφαλο, τα οποία επίσης εμπλέκονται στην όρεξη και τη λήψη τροφής.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Οι φοβίες περνάνε από γενιά σε γενιά μέσω της οσμής

Το παρακάτω άρθρο μας ενημερώνει για ερευνητικά ευρήματα από τις ΗΠΑ, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο φόβος "μεταδίδεται" από τις μητέρες στα παιδιά:

 
Ο φόβος "διδάσκεται" από τις μητέρες στα παιδιά, περνώντας έτσι από γενιά σε γενιά, μέσω της μυρωδιάς, σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα σε πειραματόζωα.
Η μελέτη πιθανώς διαφωτίζει, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, γιατί και στους ανθρώπους ορισμένες φοβίες των γονιών, κυρίως μετά από τραυματικές εμπειρίες τους, κατατρύχουν και τους απογόνους τους.

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, με επικεφαλής τον πολωνικής καταγωγής ψυχίατρο και νευροεπιστήμονα Γιάτσεκ Ντέμπιεκ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), πραγματοποίησαν πειράματα με αρουραίους και διαπίστωσαν ότι, ήδη από τις πρώτες μέρες της ζωής τους, τα νεογέννητα μαθαίνουν τι να φοβούνται, μυρίζοντας απλώς την οσμή του φόβου που αναδίδει η μητέρα τους, όταν εκείνη φοβάται κάτι.

Ακόμη κι αν μια μητέρα έχει φοβηθεί κάτι προτού καν γεννήσει, αλλά ενώ ήταν έγκυος, το μωρό της πολύ γρήγορα θα μάθει να φοβάται το ίδιο πράγμα.


Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης, μέσω των τεχνικών νευρο-απεικόνισης, τη συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου (αμυγδαλή), όπου γίνεται η μεταβίβαση του φόβου κατά τις πρώτες μέρες της ζωής ενός ζώου.

Οι αμερικανοί επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτός ο μηχανισμός εξηγεί αυτό που εδώ και χρόνια προβληματίζει ψυχολόγους και ψυχιάτρους: με ποιό τρόπο η τραυματική εμπειρία μιας μητέρας μπορεί να στιγματίσει ψυχικά το παιδί της, ακόμη και αν το τραυματικό συμβάν συνέβη πριν από πολλά χρόνια. Το αίνιγμα περιπλέκεται από το ότι δεν νιώθουν τις ίδιες φοβίες όλα τα παιδιά των μητέρων με τραυματικές εμπειρίες.

«Αν μια μητέρα είναι η πηγή απειλητικών πληροφοριών, όπως έδειξαν τα πειράματά μας, οι απόγονοί της μπορούν να μάθουν από αυτήν και να δημιουργήσουν τις δικές τους μνήμες διαρκείας, πολύ νωρίς στη ζωή τους. Προτού καν αποκτήσουν τις δικές τους εμπειρίες, βασικά αποκτούν τις (τραυματικές και φοβικές) εμπειρίες των μητέρων τους.

Μάλιστα, αυτές οι μεταδιδόμενες από την μητέρα εμπειρίες διαρκούν πολύ χρόνο, ενώ οι άλλες μορφές μάθησης στη νηπιακή ηλικία, εξαφανίζονται γρήγορα, αν δεν επαναλαμβάνονται», δήλωσε ο Ντέμπιεκ.

Κάνοντας ήπια ηλεκτροσόκ σε θηλυκούς αρουραίους, οι επιστήμονες τις έμαθαν να φοβούνται συγκεκριμένες οσμές πριν την εγκυμοσύνη τους. Όταν, αφότου είχαν γεννήσει, οι ερευνητές εξέθεσαν τις μητέρες στις ίδιες μυρωδιές, χωρίς τη συνοδεία ηλεκτροσόκ αυτή τη φορά, βεβαιώθηκαν ότι οι θηλυκοί αρουραίοι είχαν διατηρήσει μια ενστικτώδη αντίδραση φόβου και αποφυγής, κάθε φορά που μύριζαν τις συγκεκριμένες οσμές. Όταν, στη συνέχεια, τα μωρά των αρουραίων εκτέθηκαν στις ίδιες οσμές, αυτά είχαν παρόμοιες αντιδράσεις.

Όταν οι επιστήμονες χορήγησαν στους νεογέννητους αρουραίους μια χημική ουσία που μπλόκαρε τη δραστηριότητα στην εγκεφαλική περιοχή της αμυγδαλής, τα μικρά πειραματόζωα έπαψαν πλέον να μαθαίνουν τον φόβο από τις μητέρες τους μέσω της οσμής.

Αυτό, κατά τους ερευνητές, σημαίνει ότι ίσως είναι δυνατό να βρεθούν τρόποι φαρμακευτικής παρέμβασης, έτσι ώστε στο μέλλον τα παιδιά να μην μαθαίνουν πια τους γονεϊκούς φόβους ή έστω η επίπτωση των φόβων να είναι μικρότερη.

Η νέα μελέτη έρχεται να συσσωρεύσει νέες γνώσεις για το «κύκλωμα» του φόβου στον εγκέφαλο, δίνοντας παράλληλα αυξημένες ελπίδες ότι είναι θέμα χρόνου οι ψυχίατροι να έχουν στα χέρια τους νέα όπλα στη δύσκολη μάχη κατά των ριζωμένων φοβιών.

Προς το παρόν, έχει αποδειχτεί ότι στους ανθρώπους η μυρωδιά της μητέρας λειτουργεί με ηρεμιστικό τρόπο για το μωρό της, αλλά μένει να αποδειχτεί ότι ισχύει το αντίστροφο, ότι δηλαδή η μυρωδιά του φόβου της μητέρας γίνεται αντιληπτή από το νεογνό και μάλιστα επηρεάζει τον ψυχισμό του σε βάθος χρόνου.

Ως πολωνικής καταγωγής, ο Ντέμπιεκ επεσήμανε -και από προσωπική εμπειρία- ότι αρκετοί απόγονοι όσων επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα στην Πολωνία, είχαν εφιάλτες, φόβους και τραυματικές αναμνήσεις», παρόλο που οι ίδιοι ποτέ δεν έζησαν τις χιτλερικές θηριωδίες, αλλά οι γονείς τους.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Η Θεραπεία της Κατάθλιψης στο Διαβήτη βελτιώνει την Ρύθμιση

Η σύγχρονη ιατρική πλέον δε διαχωρίζει την ψυχική από την σωματική πάθηση με την ίδια αυστηρότητα που έκανε άλλοτε. Σήμερα αναγνωρίζεται ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες ή διαταραχές επηρεάζουν και επηρεάζονται από την κατάσταση της υγείας και φυσικά συμβαίνει και το αντίστροφο. Η παρακάτω έρευνα αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα στον σακχαρώδη διαβήτη και την κατάθλιψη:

Είναι γνωστό ότι η κατάθλιψη σχετίζεται με χειρότερη ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη και είναι επίσης γνωστό ότι η κατάθλιψη υπάρχει σε μεγάλο ποσοστό διαβητικών. Το λυπηρό όμως είναι ότι η διάγνωση της κατάθλιψης διαφεύγει στην συνήθη κλινική πράξη αφού οι περισσότεροι παθολόγοι, ενδοκρινολόγοι, που ασχολούνται με τον σακχαρώδη διαβήτη δεν εξοικειωμένοι με αυτήν την πάθηση. 

Από την πλευρά των διαβητικών πολλές φορές η διάγνωση της κατάθλιψης δεν γίνεται αποδεκτή και η επίσκεψη σε ένα ψυχίατρο θεωρείται ταμπού. Το αποτέλεσμα είναι, λόγω της κατάθλιψης, να μειώνεται η συμμόρφωση με την θεραπευτική αγωγή και με τον αυτοέλεγχο των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα.

Σε μια μελέτη που έγινε στο Massachusetts General Hospital στην Βοστόνη αξιολογήθηκε η θεραπευτική παρέμβαση με γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία σε διαβητικούς τύπου 2 που είχαν αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες από τις  οποίες η μία έλαβε συμβατική αντι-διαβητική θεραπεία και η άλλη ακολούθησε ένα πρόγραμμα γνωστικής-συμπεριφορικής θεραπείας διάρκειας 9-11 εβδομάδων, με στόχο την θεραπεία της κατάθλιψης και βελτίωση του αυτοελέγχου του διαβήτη.

Τελικά, η ομάδα παρέμβασης παρουσίασε 24% μεγαλύτερο ποσοστό συμμόρφωσης με την φαρμακευτική αγωγή και 17% περισσότερο βαθμό αυτοελέγχου του σακχάρου. Επίσης η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν χαμηλότερη από την άλλη ομάδα που πήρε απλά την αντιδιαβητική θεραπεία.