Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ανοσία στις διαφημίσεις λόγω… ποπκόρν

Το μάρκετινγκ έχει χρησιμοποιήσει την ψυχολογία σε μεγάλο βαθμό, για να κατανοήσει πώς αυξάνεται η καταναλωτική συμπεριφορά. Ας δούμε μια ενδιαφέρουσα έρευνα σχετικά με την επίδραση της κατανάλωσης ποπ κορν στην παρακολούθηση διαφημίσεων!
 
Συνώνυμο της κινηματογραφικής απόλαυσης, το ποπκόρν φαίνεται ότι μας χαρίζει και ανοσία στον «βομβαρδισμό» διαφημιστικών μηνυμάτων στον οποίο ακούσια υποβαλλόμαστε εντός της αίθουσας προβολής. Τα ενδιαφέροντα ευρήματα έρχονται από γερμανούς ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Κολονίας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ένας αποτελεσματικός τρόπος για να θυμόμαστε προϊόντα που βλέπουμε σε μια διαφήμιση είναι επαναλαμβάνοντας την ονομασία τους από μέσα μας. «Χαλάστρα» στη συγκεκριμένη διαδικασία ωστόσο φαίνεται ότι κάνει το μασούλημα του τραγανού ποπκόρν. Οπως είδαν οι ειδικοί, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι διαφημίσεις που παρακολουθούμε την ώρα που τρώμε ποπκόρν απλά δεν μας «κολλάνε».

Τα πρόσφατα ευρήματα των γερμανών επιστημόνων, τα οποία παρουσιάστηκαν στο επιστημονικό έντυπο «Journal of Consumer Psychology», έρχονται σε αντίθεση με εκείνα προηγούμενων μελετών που υποστήριζαν ότι η διαδικασία της μάσησης ενισχύει τη μνήμη. Μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ πάλι είχε δείξει ότι η ικανότητα της ανάκλησης μιας συγκεκριμένης λίστας λέξεων παρεμποδιζόταν σε περίπτωση που οι εθελοντές μασούσαν τσίκλα τη συγκεκριμένη στιγμή.

Το μασούλημα «διακόπτει» τη διαφήμιση
Με σκοπό τη διερεύνηση της επίδρασης του ποπκόρν στη μνήμη μας, οι γερμανοί επιστήμονες ζήτησαν από 96 άτομα να παρακολουθήσουν μια ταινία σε κινηματογραφική αίθουσα, η προβολή της οποίας ξεκίνησε με τον γνωστό «βομβαρδισμό» διαφημίσεων.

Στους μισούς από τους συμμετέχοντες προσφέρθηκαν ποπκόρν, ενώ στους υπολοίπους δόθηκε ένας μικρός κύβος ζάχαρης. Στην αρχή της προβολής οι διαφημίσεις αφορούσαν άγνωστα προϊόντα για τους γερμανούς εθελοντές.

Μία εβδομάδα αργότερα οι συμμετέχοντες κλήθηκαν στο εργαστήριο από τους ειδικούς για να αξιολογήσουν μια σειρά καταναλωτικά προϊόντα, κάποια από τα οποία είχαν διαφημιστεί τη βραδιά της κινηματογραφικής προβολής.

Η ομάδα της ζάχαρης έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα προϊόντα για τα οποία είχε παρακολουθήσει το διαφημιστικό σποτ εντός του σινεμά. Αντίθετα, η ομάδα του ποπκόρν δεν είχε παρόμοια συμπεριφορά.

Επιπλέον ευρήματα
Σε μια δεύτερη μελέτη οι ερευνητές προέβαλλαν διαφημιστικά σποτ σε 188 εθελοντές σε παρόμοιες συνθήκες και στη συνέχεια τους έδωσαν χρήματα για να προχωρήσουν σε δωρεές.

Και σε αυτή την περίπτωση όσοι είχαν καταναλώσει το κυβάκι της ζάχαρης έτειναν να προσφέρουν περισσότερα χρήματα σε ιδρύματα των οποίων τα διαφημιστικά σποτ είχαν παρακολουθήσει στο σινεμά συγκριτικά με τους υπολοίπους που έτρωγαν ποπκόρν.

«Οπως είδαμε, η μηχανική διαδικασία της κατανάλωσης ποπκόρν στο σινεμά χάριζε στους εθελοντές "ανοσία" στην επίδραση της διαφήμισης» εξηγεί η δρ Σάσα Τοπολίνκσι, μία εκ των ερευνητών.

Γενικά στην περίπτωση νέων προϊόντων «η συχνή επανάληψη των διαφημιστικών τους σποτ έχει σημασία για τη δημιουργία του λεγόμενου brand name τους στην αγορά» τονίζει η ειδικός και προσθέτει: «Θυμηθείτε πώς είχε αντιδράσει αρχικά ο κόσμος στα ονόματα Yahoo, Google και Wikipedia. Πλέον έχουν αποτυπωθεί στον εγκέφαλό μας».

Την ώρα που οι ειδικοί όμως θα πρότειναν, βάσει των ευρημάτων τους, την απόσυρση της τραγανής λιχουδιάς από το σινεμά με στόχο την ενίσχυση της αγοράς, το σίγουρο είναι ότι κάτι τέτοιο δεν θα έβρισκε σύμφωνους και τους ιδιοκτήτες των κινηματογραφικών αιθουσών - πόσω μάλλον τους σινεφίλ...

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ψυχικές παθήσεις κόβουν δεκαετίες ζωής

Δυστυχώς ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων μειώνει το προσδόκιμο ζωής σε ασθενείς με σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Ας δούμε το σχετικό άρθρο:

Κατά δέκα ως είκοσι χρόνια μειώνουν το προσδόκιμο ζωής οι σοβαρές ψυχικές παθήσεις, όπως η σχιζοφρένεια, η διπολική διαταραχή και η κατάθλιψη, σύμφωνα με βρετανική μετα-ανάλυση που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο World Psychiatry.

Μεγαλύτερη επίπτωση από το κάπνισμα

Οι ερευνητές του Τμήματος Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον δρα Σίνα Φέιζελ, υποστηρίζουν μάλιστα ότι οι ψυχικές παθήσεις έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στο προσδόκιμο ζωής από το κάπνισμα και καλούν τους φορείς υγείας να σχεδιάσουν αποτελεσματικές πολιτικές αντιμετώπισης των νοσημάτων αυτών.

Ο δρ Φέιζελ και οι συνεργάτες του μελέτησαν 20 ήδη δημοσιευμένες έρευνες, οι οποίες αφορούσαν συνολικά περσσότερα από 1,7 εκατομμύρια άτομα. Όλες εστίαζαν στη σχέση του κινδύνου θανάτου με διάφορους παράγοντες, όπως οι ψυχικές διαταραχές, η κατάχρηση αλκοόλ, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, η άνοια, ο αυτισμός, οι μαθησιακές δυσκολίες και οι διαταραχές της παιδικής συμπεριφοράς.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, η διπολική διαταραχή συνεπάγεται μείωση του προσδόκιμου ζωής κατά εννέα ως είκοσι χρόνια, η σχιζοφρένια, δέκα ως είκοσι χρόνια και η σοβαρή κατάθλιψη, επτά ως έντεκα χρόνια, ενώ η κατάχρηση ουσιών, εννέα ως 24 χρόνια. Το κάπνισμα (πάνω από 20 τσιγάρα ημερησίως) μειώνει το προσδόκιμο ζωής κατά οκτώ ως δέκα χρόνια, κατά μέσο όρο.

Ενας στους τέσσερις θα εμφανίσει ψυχική διαταραχή

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, περίπου ένα στα τέσσερα άτομα θα εκδηλώσει κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια φάση της ζωής του, ενώ αρκετοί από τους πρόωρους θανάτους αποδίδονται στην αυτοκτονία. Για το λόγο αυτό σημειώνουν ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων, αφού μάλιστα η επίπτωσή τους στην υγεία του γενικού πληθυσμού είναι μεγαλύτερη απ' αυτή του καπνίσματος.

Σύμφωνα με τον δρα Φέιζελ, επειδή εξακολουθεί να υπάρχει ο διαχωρισμός μεταξύ των οργανικών (σωματικών) παθήσεων και των ψυχικών, με το κοινωνικό στίγμα που συνεπάγονται οι τελευταίες, οι ψυχικά πάσχοντες δεν τυγχάνουν κατάλληλης θεραπείας, επειδή δεν αναζητούν εγκαίρως βοήθεια ή φοβούνται το κονωνικό στίγμα.

«Όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχουν αποτελεσματικές φαρμακευτικές και ψυχολογικές θεραπείες για τα προβλήματα ψυχικής υγείας», σημειώνει ο δρ Φέιζελ.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

H τηλεόραση μεταμορφώνει τη γεύση;

Πολύ ενδιαφέροντα τα ευρήματα σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τις γεύσεις ανάλογα με άλλα ερεθίσματα που δεχόμαστε. Ας δούμε το σχετικό άρθρο
 
Πέρα από το ιδανικό κρασί για το γεύμα μας, ίσως θα πρέπει να αναζητήσουμε το ιδανικό κρασί και για… το τηλεοπτικό πρόγραμμα που πρόκειται να παρακολουθήσουμε. Σύμφωνα με νέα μελέτη, το πρόγραμμα που παρακολουθούμε κάθε φορά μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γεύση.

Στη μελέτη των ειδικών του βρετανικού εργαστηρίου Mindlab, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά από παραγγελία της γερμανικής αλυσίδας σουπερμάρκετ Aldi, έλαβαν μέρος 50 εθελοντές. Συγκεκριμένα οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν τα κρασιά, την μπίρα και το μπράντι που έπιναν ενόσω παρακολουθούσαν τέσσερα βρετανικά τηλεοπτικά προγράμματα και σειρές.

Δείξε μου τη σειρά σου, να σου πω τη γεύση σου…
Διαπίστωσαν λοιπόν, ότι η περιγραφή των εθελοντών γύρω από τη γεύση και τα χαρακτηριστικά των ποτών που κατανάλωναν, άλλαζε ανάλογα με το τι παρακολουθούσαν κάθε φορά.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της βραβευμένης σειράς του BBC «Ο πύργος του Ντάουντον», η οποία φάνηκε να χαρίζει στους τηλεθεατές έναν εξευγενισμένο αέρα εποχής, με αποτέλεσμα εκείνοι να τείνουν να χαρακτηρίζουν τη γεύση των ποτών ως εκλεπτυσμένη. Ηταν ακόμη σε θέση να διακρίνουν για παράδειγμα στο κόκκινο κρασί παραδοσιακές βρετανικές γεύσεις, π.χ. βανίλια, μέντα και κεράσι, οι οποίες χαρακτήριζαν τη χρονική περίοδο στην οποία διαδραματίζεται η γνωστή σειρά.

Βάσει των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, φάνηκε ότι ένα κρασί Cabernet Sauvignon με νότες μαύρων φρούτων, βανίλιας και μέντας θα αποτελούσε τον τέλειο «σύντροφο» για την απολαυστική παρακολούθηση της ιστορίας της οικογένειας Κρόλι.

«Ολοι γνωρίζουμε ότι η γεύση αποτελεί μια σύνθετη αισθητηριακή εμπειρία, με την όραση και την όσφρηση να παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με τη γεύση. Η συγκεκριμένη μελέτη ωστόσο αποδεικνύει ότι η επίδραση της εικόνας και του ήχου που λαμβάνουμε από τον τηλεοπτικό μας δέκτη "δραπετεύουν" από τα όρια της μικρής οθόνης
» εξηγεί ο ερευνητής Ντάνκαν Σμιθ. «Αυτό που είδαμε στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι το ερέθισμα - δηλαδή το τηλεοπτικό πρόγραμμα - "προγραμματίζει" εγκέφαλο και γευστικούς κάλυκες ώστε να αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο» προσθέτει ο ειδικός.

Περιβάλλον και γεύση πάνε «πακέτο»
Προηγούμενη μελέτη του καθηγητή Πειραματικής Ψυχολογίας Τσαρλς Σπενς, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είχε δείξει ότι ο χώρος μέσα στον οποίο καταναλώνουμε κάποιο γεύμα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο ως προς την αντίληψη της γεύσης.

Βάσει των ευρημάτων του, το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει τη γεύση του ουίσκι έως και κατά 20%. Το πρωτότυπο πείραμα του ειδικού είχε διεξαχθεί στο ειδικά διαμορφωμένο μπαρ Singleton Sensorium, στην περιοχή του Σόχο, στο Λονδίνο, όπου 300 παρευρισκόμενοι δοκίμασαν το ίδιο malt ουίσκι σε τρεις διαφορετικούς χώρους εντός του μαγαζιού και στη συνέχεια κλήθηκαν να το αξιολογήσουν.

Φάνηκε λοιπόν ότι το περιβάλλον του κάθε χώρου είχε διαφορετική επίδραση στους γευστικούς κάλυκες των συμμετεχόντων. Το πρώτο δωμάτιο είχε πράσινο φωτισμό, διακόσμηση με πραγματικό γρασίδι, φυτά, ήχο μηχανών του γκαζόν και προβάτων και το «άρωμα» της εξοχής. Το δεύτερο δωμάτιο είχε ως θέμα τα φρούτα, διέθετε κόκκινο φωτισμό, διακόσμηση από κόκκινα φρούτα και καμπανάκια τα οποία κρέμονταν από το ταβάνι. Τέλος, το τρίτο δωμάτιο είχε ως βασικό στοιχείο το ξύλο και ηχητικά εφέ από ξύλο που σιγοκαιγόταν στη φωτιά.  

«Οι εθελοντές που βρίσκονταν στο πράσινο δωμάτιο είχαν 15%-20% περισσότερες πιθανότητες να χαρακτηρίσουν τη γεύση του malt ως "φρέσκια" συγκριτικά με όσους βρίσκονταν στα υπόλοιπα δωμάτια» είχε αναφέρει ο δρ Σπένς. «Οσοι πάλι βρίσκονταν στο κόκκινο, φρουτένιο δωμάτιο έτειναν να αναφέρουν τον γλυκό χαρακτήρα του ουίσκι 10% περισσότερο από ό,τι οι υπόλοιποι. Με λίγα λόγια, από τη μελέτη φάνηκε ότι ένας χώρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει συγκεκριμένες γεύσεις και να "ζωντανέψει" αρώματα ποτών» καταλήγει ο ίδιος.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Γιατί μας έλκουν τα λαμπερά αντικείμενα;

Αναρρωτηθήκατε ποτέ γιατί τραβούν την προσοχή των ανθρώπων τα γυαλιστερά αντικείμενα; Το παρακάτω άρθρο μας κατατοπίζει σχετικά:

Από ένα γυαλιστερό κινητό τελευταίας τεχνολογίας μέχρι ένα εκθαμβωτικό διαμαντένιο μονόπετρο η έλξη που νιώθουμε για λεία και λαμπερά αντικείμενα σύμφωνα με νέα μελέτη, έχει πάντα την ίδια εξελικτική ρίζα: τη βασική μας ανάγκη για… νερό!

Μπορεί στις μέρες μας να έχουμε υποσυνείδητα συνδέσει τα γυαλιστερά-λαμπερά αντικείμενα με την εικόνα της χλιδής και της πολυτέλειας, στην πραγματικότητα όμως σύμφωνα με αμερικανούς και βέλγους επιστήμονες, η τάση μας να τα επιλέγουμε βασίζεται στη φυσική μας επιθυμία για το υγρό στοιχείο.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Χιούστον στις ΗΠΑ και το Πανεπιστήμιο της Γάνδης, στο Βέλγιο, έλαβαν την ιδέα για τη μελέτη τους από μια παλαιότερη, στην οποία είχαν συμμετάσχει παιδιά ηλικίας μέχρι 12 μηνών. Οπως είχε φανεί, τα μωρά έτειναν να βάζουν στο στόμα τους μόνο γυαλιστερά και όχι ματ αντικείμενα και να τα γλείφουν με τρόπο που παρέπεμπε στον τρόπο με τον οποίο τα ζώα πίνουν νερό από μια λίμνη.
«Βουτιά» στη γυαλάδα
Με στόχο να δουν τι ακριβώς συμβαίνει, οι ειδικοί αποφάσισαν να διεξαγάγουν έξι διαφορετικά πειράματα. Σε πρώτη φάση έπρεπε να δουν κατά πόσο η επιλογή ενός γυαλιστερού αντικειμένου οφειλόταν σε φυσική αντίδραση και όχι σε κοινωνικούς λόγους (τα γυαλιστερά αντικείμενα έχουν π.χ. συνδεθεί με την καλοζωία). Στο πλαίσιο αυτό, χορήγησαν σε ενηλίκους φυλλάδια σε ματ αλλά και σε γυαλιστερή ποιότητα για να επιλέξουν. Σε παιδιά χορήγησαν πάλι φυλλάδια με εικονιζόμενο τον Αϊ Βασίλη. Και στις δύο περιπτώσεις οι εθελοντές – μικροί και μεγάλοι – επέλεξαν τη γυαλιστερή ποιότητα.
Οι ειδικοί πιστεύουν ότι η επιλογή των παιδιών είχε μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, καθώς δεν θα μπορούσαν να έχουν γνώσεις και βιώματα που ενδεχομένως να... θόλωναν το τελικό αποτέλεσμα.
Σε επόμενη φάση, οι ερευνητές έδεσαν τα μάτια 46 εθελοντών και στη συνέχεια στους μισούς έδωσαν ένα κομμάτι ματ χαρτί και στους άλλους μισούς ένα κομμάτι γυαλιστερό χαρτί και τους ζήτησαν να σχολιάσουν την ποιότητά του. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να το δουν, οι εθελοντές που κρατούσαν το γυαλιστερό χαρτί έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν αρίστης ποιότητας και εντυπωσιακό.
Στο πλαίσιο του ίδιου πειράματος, οι ειδικοί ζήτησαν ακόμα από τους «τυφλούς» συμμετέχοντες να αναφέρουν ένα τοπίο που φαντάζονταν ότι θα μπορούσε να απεικονίζεται στο χαρτί που κρατούσαν στα χέρια τους. Οσοι κρατούσαν το γυαλιστερό χαρτί έτειναν να περιγράφουν τοπία με νερό, υποδεικνύοντας μια σύνδεση ανάμεσα στη γυαλιστερή ποιότητα και το υγρό στοιχείο.
Σε άλλη δοκιμή - αυτή τη φορά με τα μάτια των συμμετεχόντων ανοιχτά -  οι ερευνητές ζήτησαν από τους εθελοντές να αξιολογήσουν την ποιότητα της γυαλάδας στο χαρτί φωτογραφιών στις οποίες απεικονίζονταν θαλασσινά τοπία ή ερημικά τοπία. Παρά το γεγονός ότι το χαρτί που είχε χρησιμοποιηθεί και στις δύο περιπτώσεις ήταν ακριβώς το ίδιο, οι περισσότεροι εθελοντές έτειναν να χαρακτηρίζουν το χαρτί των θαλασσινών τοπίων πιο γυαλιστερό από εκείνο των ερημικών τοπίων.
Σε άλλο πείραμα, πάλι, οι ερευνητές μοίρασαν 126 άτομα σε τρεις ομάδες: στην πρώτη προσέφεραν κρακεράκια χωρίς νερό, στη δεύτερη κρακεράκια με λίγο νερό, ενώ στην τρίτη ομάδα δεν προσφέρθηκε τίποτα. Μετά το νερό και τα κράκερ, οι ειδικοί έδειξαν στους εθελοντές οκτώ φωτογραφίες, από τις οποίες οι μισές είχαν γυαλιστερό χαρτί και οι άλλες μισές ματ χαρτί. Και οι τρεις ομάδες έδειξαν προτίμηση στο γυαλιστερό χαρτί, πιθανώς, κατά τους ερευνητές, λόγω της ανάγκης τους για νερό. 
Υδάτινη επιθυμία
«Η μελέτη αυτή υποδεικνύει ότι η προτίμησή μας για γυαλιστερά αντικείμενα, θα μπορούσε να είναι καλά ριζωμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη» αναφέρει η ερευνήτρια Βανέσα Πάτρικ από το Πανεπιστήμιο του Χιούστον. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακό, το ότι παρά την εξέλιξή μας ως είδος, νιώθουμε την ίδια έλξη απέναντι σε αντικείμενα που ξυπνούν τις βασικές μας ανάγκες – που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ανάγκη μας για νερό» καταλήγει η ίδια.
Τα ευρήματα των επιστημόνων, αναμένεται να δημοσιευθούν στο επιστημονικό έντυπο «Journal of Consumer Psychology».

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Αλλάζει τον εγκέφαλο η απόκτηση παιδιού

Η απόκτηση ενός παιδιού, ακόμα και χωρίς να είναι το βιολογικό παιδί μας, αλλάζει τον εγκέφαλο, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες:

Τα ευρήματα μιας νέα μελέτης δείχνουν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες που γίνονται για πρώτη φορά γονείς εμφανίζουν αξιοσημείωτες εγκεφαλικές μεταβολές που σχετίζονται με την νέα τους ιδιότητα. Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι ανάλογες μεταβολές παρουσιάζονται και στους εγκεφάλους των ομοφυλόφιλων ανδρών που υιοθετούν ένα παιδί. Η έρευνα δείχνει ότι γενικότερα στον ανθρώπινο εγκέφαλο υπάρχουν νευρωνικά δίκτυα που ενεργοποιούνται, όταν κανείς αναλαμβάνει τις ευθύνες της ανατροφής, γεγονός που επιβεβαιώνει την «πλαστικότητά» του.

Η μελέτη
Τη μελέτη πραγματοποίησε διεθνής ομάδα ερευνητών με επικεφαλής την Ρουθ Φέλντμαν του Τμήματος Ψυχολογίας του ισραηλινού πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν και του Τμήματος Μελέτης του Παιδιού του αμερικανικού Πανεπιστημίου Yale. Οι ερευνητές μελέτησαν τους εγκεφάλους 89 γονιών -ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων- που είχαν γίνει για πρώτη φορά γονείς. Οι ερευνητές βιντεοσκόπησαν τις καθημερινές δραστηριότητες των γονιών με τα παιδιά τους στο σπίτι και, στη συνέχεια, ζήτησαν από τους γονείς να παρακολουθήσουν τις βιντεοταινίες στο εργαστήριο, ενώ παρακολουθούσαν τον εγκέφαλό τους σε μηχανήματα μαγνητικής απεικόνισης.

Τα ευρήματα
Η μελέτη έδειξε σαφείς αλλαγές στον εγκέφαλο τόσο των μαμάδων που είχαν αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανατροφή του παιδιού, όσο και των μπαμπάδων που είχαν υποστηρικτικό ρόλο. Οι γυναίκες που μεγαλώνουν ένα παιδί, εμφανίζουν πολύ πιο έντονη δραστηριότητα (πενταπλάσια) από ό,τι οι πατέρες στην περιοχή της αμυγδαλής του εγκεφάλου τους, εκεί όπου γίνεται η επεξεργασία των συναισθημάτων και ιδίως του φόβου.
«Οι γυναίκες είναι αυτές που ανησυχούν περισσότερο. Είναι πολύ πιο προετοιμασμένες από την εγκυμοσύνη και την ανατροφή του παιδιού να βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση για το παραμικρό σήμα κινδύνου εκ μέρους του παιδιού», δήλωσε η Φέλντμαν.
Από την άλλη, οι πατέρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα σε μια άλλη περιοχή του εγκεφάλου, στην άνω κροταφική αύλακα, η οποία εμπλέκεται σε λογικές δραστηριότητες σχετικές με την κοινωνική αλληλεπίδραση (π.χ. το ‘διάβασμα' των εκφράσεων του προσώπου του μωρού). «Στους πατέρες, η ανατροφή του παιδιού καθοδηγείται περισσότερο από την κατανόηση και την ενσυναίσθηση με λογικό τρόπο», ανέφερε η αμερικανο-ισραηλινή ερευνήτρια.
Όταν όμως είναι ο άνδρας αυτός που αναλαμβάνει τον βασικό ρόλο της ανατροφής τότε, όπως δείχνει η έρευνα, ενεργοποιούνται ταυτόχρονα και οι δύο περιοχές του εγκεφάλου τους, η «πατρική» και η «μητρική».
«Οι εγκέφαλοι των πατεράδων είναι πολύ εύπλαστοι. Όταν υπάρχουν δύο πατεράδες, τότε οι εγκέφαλοί τους πρέπει να ενεργοποιήσουν και τα δύο δίκτυα, το νοητικό και το συναισθηματικό, για να είναι σωστοί γονείς. Έτσι, έχουν τις νοητικές δομές του πατέρα, όμως η αμυγδαλή τους είναι ευαίσθητη ανησυχώντας για το παιδί, όπως μια μητέρα», δήλωσε η Φέλντμαν.
Ο βαθμός σύνδεσης ανάμεσα στην «πατρική» και στην «μητρική» περιοχή του εγκεφάλου σε όλους τους πατέρες (γκέι και μη) εξαρτάται από το πόσο χρόνο αφιερώνουν για τη φροντίδα του παιδιού. «Όσο περισσότερο οι πατέρες εμπλέκονται ενεργά στην ανατροφή, τόσο περισσότερο το ‘πατρικό' εγκεφαλικό δίκτυό τους θα ενεργοποιήσει το ‘μητρικό' δίκτυο», τόνισε η Φέλντμαν.
Η μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «PNAS» δείχνει επίσης για πρώτη φορά ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει ακόμη και στους εγκεφάλους των ομοφυλόφιλων ανδρών που έχουν υιοθετήσει κάποιο παιδί. Το συγκεκριμένο εύρημα αναμένεται να παίξει ρόλο στον δημόσιο διάλογο για ένα από τα πιο επίμαχα κοινωνικά θέματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Για το αν τα ζευγάρια των ομοφυλόφιλων ανδρών επιτρέπεται να υιοθετούν παιδιά.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ποια περιοχή του εγκεφάλου αναγνωρίζει μουσικές;

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, βρέθηκε η περιοχή του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για την αναγνώριση μιας μελωδίας:

Είναι κάτι που έχει συμβεί σε όλους μας – να σιγομουρμουρίζουμε ένα τραγούδι του οποίου ξαφνικά ξεχάσαμε τους στίχους ή τον τίτλο. Ερευνητές ανακάλυψαν την περιοχή του εγκεφάλου που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τη μουσική, τους στίχους και τους τίτλους των τραγουδιών. Είδαν μάλιστα ότι πρόκειται για την ίδια περιοχή που εμπλέκεται στο να θυμόμαστε ονόματα και τοποθεσίες – ονομάζεται αριστερός κροταφικός λοβός.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα μελέτησαν 30 άτομα που είχαν καταγραφεί στο Αρχείο Νευρολογικών Ασθενών της Αϊόβα. Υπέβαλαν τους εθελοντές σε ένα «μελωδικό τεστ». Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις υπο-ομάδες: 10 εξ αυτών είχαν βλάβη στον αριστερό κροταφικό λοβό, 10 είχαν βλάβη σε άλλο σημείο του εγκεφάλου ενώ οι υπόλοιποι 10 δεν εμφάνιζαν βλάβες στον εγκέφαλο.
Το τεστ των διάσημων μελωδιών
Το τεστ στο οποίο υπεβλήθησαν οι εθελοντές αφορούσε το να ακούσουν 52 διάσημες μελωδίες – ορισμένες με στίχους και ορισμένες χωρίς – που διαρκούσαν από 8 ως 15 δευτερόλεπτα η καθεμία.
Εχοντας ακούσει την κάθε μελωδία, οι συμμετέχοντες βαθμολογούσαν το πόσο οικεία τους ήταν ενώ καλούνταν και να αναφέρουν τον τίτλο της.
Όπως προέκυψε, οι ασθενείς με βλάβη στον αριστερό κροταφικό λοβό ήταν σε θέση να βρίσκουν τον τίτλο σε πολύ λιγότερες μελωδίες σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες των δύο άλλων ομάδων. Συνολικά οι ασθενείς με βλάβη στη συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου κατονόμασαν περίπου το 50% των μελωδιών που άκουσαν ενώ οι υπόλοιποι περίπου το 80%. Σε ό,τι αφορούσε την αναγνώριση των μελωδιών (χωρίς όμως αναγνώριση του τίτλου τους) δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων.
Ο τίτλος και η μελωδία
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι η αναγνώριση ενός μουσικού κομματιού είναι διαφορετική από το να θυμάται κάποιος τον τίτλο του. Και αυτό διότι το να θυμάται κάποιος ονόματα – και ιδιαιτέρως κύρια ονόματα – είναι πιο δύσκολο αφού υπάρχει μόνο μια σωστή απάντηση. Η αναγνώριση μιας μελωδίας είναι ευκολότερη καθώς είναι γενικότερη και έτσι ο εγκέφαλος μπορεί να ακολουθήσει διαφορετικούς δρόμους ώστε να φθάσει στη σωστή απάντηση.
«Ο αριστερός κροταφικός λοβός φαίνεται να αποτελεί μια σημαντική ζώνη που εμπλέκεται σε διαφορετικά ερεθίσματα. Για παράδειγμα τα πρόσωπα και τα τοπία είναι οπτικά ερεθίσματα ενώ οι μουσικές μελωδίες ακουστικά» ανέφερε η Ειμι Μπέλφι, απόφοιτος του Τμήματος Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα και πρώτη συγγραφέας της σχετικής μελέτης που δημοσιεύεται αυτό τον μήνα στο επιστημονικό έντυπο «Neuropsychology» και προσέθεσε: «Τα ευρήματά μας ενισχύουν τη θεωρία ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι σημαντική για την αναγνώριση μοναδικών ‘αντικειμένων’, ασχέτως του είδους του ερεθίσματος».
Η ερευνήτρια σημείωσε ότι οι ασθενείς με βλάβη στον κροταφικό λοβό μπορούσαν να θυμούνται τους στίχους ενός τραγουδιού, αλλά να μην έχουν ιδέα ποιος είναι ο τίτλος του. «Αναμέναμε να υπάρχει ένα έλλειμμα, αλλά δεν θα εκπλησσόμασταν ακόμη και αν δεν υπήρχε. Η μουσική υπερβαίνει αυτά που γνωρίζουμε για τον εγκέφαλο. Για παράδειγμα τα άτομα που τραυλίζουν συχνά τραγουδούν πολύ καθαρά».
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να προχωρήσει τη… μελωδική μελέτη της. Η κυρία Μπέλφι σημειώνει ότι το επόμενο βήμα είναι η μελέτη ασθενών με βλάβη στον δεξιό κροταφικό λοβό. «Εκτιμούμε ότι αυτοί οι ασθενείς δεν θα αναγνωρίζουν τις μελωδίες» καταλήγει η επιστήμονας.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Το 94% των ανθρώπων κάνουν ανεπιθύμητες ψυχαναγκαστικές σκέψεις

Κάνετε ανεπιθύμητες σκέψεις για τις οποίες ντρέπεστε ακόμα και να μιλήσετε; Μην ανησυχείτε, είναι πιο συνηθισμένο από ό,τι νομίζετε! Σύμφωνα τουλάχιστον με την παρακάτω έρευνα:

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι (ποσοστό 94%) έχουν κατά καιρούς ανεπιθύμητες, ενοχλητικές, παρείσακτες, ψυχαναγκαστικές σκέψεις, εικόνες και παρορμήσεις, που τους δημιουργούν λιγότερο ή περισσότερο άγχος, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα σε 13 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η μελέτη δείχνει ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα είναι πολύ πιο εξαπλωμένο στον πληθυσμό από ό,τι θεωρείτο έως τώρα.
Οι 19 ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Άνταμ Ραντόμσκι του καναδικού Πανεπιστημίου Κονκόρντια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα ιδεοψυχαναγκαστικών και συναφών διαταραχών "Journal of Obsessive - Compulsive and Related Disorders", μελέτησαν ένα δείγμα 777 ανθρώπων σε έξι ηπείρους, διερευνώντας σε ποιό βαθμό οι άνθρωποι έχουν ξαφνικές ανεπιθύμητες και πιθανώς επαναλαμβανόμενες σκέψεις, όπως να κάνουν κακό σε κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο ή να κάψουν το σπίτι τους ή να νιώθουν συνεχώς μολυσμένοι από μικρόβια.
Το 94% των συμμετεχόντων στην έρευνα ανέφερε ότι είχαν τουλάχιστον μια τέτοια σκέψη κατά το τελευταίο τρίμηνο. Όταν τέτοιες σκέψεις και ιδεοληψίες γίνονται συχνές και γεννούν μεγάλο άγχος, τότε κάποιος θεωρείται ότι πάσχει από ιδεοληπτική - ψυχαναγκαστική (ή ιδεοψυχαναγκαστική) διαταραχή και χρειάζεται θεραπεία, συνήθως γνωσιακή - συμπεριφορική και φαρμακευτική.
Οι σκέψεις για τη βρώμα και τη μόλυνση, οι επίμονες αμφιβολίες και οι παρορμήσεις επιθετικότητας κυριαρχούν στις ανεπιθύμητες σκέψεις παγκοσμίως, ενώ το σεξ και η βλασφημία εμφανίζουν πολύ μικρότερη συχνότητα.
Η νέα μελέτη δείχνει ότι τέτοιες σκέψεις "τρυπώνουν" στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων και δεν αποτελούν "προνόμιο" μόνο όσων πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό που κυρίως αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ασθενών και μη, είναι ο τρόπος που αντιδρούν σε τέτοιες σκέψεις.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα τους περάσει ξαφνικά από το νου να πηδήξουν από το μπαλκόνι ή από την αποβάθρα του μετρό στις γραμμές, θα πουν στον εαυτό τους ότι ήταν παράξενο ή ανόητο που σκέφτηκαν κάτι τέτοιο, αλλά κάποιος με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή θα ανησυχεί πως μπορεί να αυτοκτονήσει», δήλωσε ο Άνταμ Ραντόμσκι. «Οι ασθενείς με αυτή τη διαταραχή έχουν πιο συχνά τέτοιες σκέψεις και ταράζονται περισσότερο από αυτές, αν και οι σκέψεις τους δεν φαίνεται να διαφέρουν από αυτές που έχει ο υπόλοιπος πληθυσμός», πρόσθεσε ο καναδός ψυχολόγος.
Η μελέτη επίσης βρήκε ότι μεταξύ των χωρών υπάρχουν εθνικές διαφορές, όσον αφορά τη συχνότητα ορισμένων παρείσακτων σκέψεων (π.χ. σε σχέση με το σεξ), κυρίως λόγω των πολιτισμικών και θρησκευτικών διαφορών.
Από ελληνικής πλευράς, στην έρευνα συμμετείχε ο Γρηγόρης Σίμος, αναπληρωτής καθηγητής ψυχοπαθολογίας του Τμήματος Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.